Εκπροσώπηση συμφερόντων με μεγαλύτερη διαφάνεια και ισορροπία: η Επιτροπή εγκρίνει νέους κανόνες για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων

eyropaiki_epitropiΗ Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε νέους κανόνες για τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει τις συμβουλευτικές ομάδες εμπειρογνωμόνων που παρέχουν εξωτερικές υπηρεσίες εμπειρογνωμοσύνης στο πλαίσιο της διαδικασίας χάραξης πολιτικών. Η σχετική απόφαση προβλέπει ένα ενιαίο σύνολο κανόνων και αρχών που στοχεύουν στην αύξηση της διαφάνειας, στην αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων και στην εξασφάλιση μιας ισόρροπης εκπροσώπησης συμφερόντων. Οι νέοι κανόνες είναι δεσμευτικοί για όλες τις υπηρεσίες της Επιτροπής.

Ο πρώτος Αντιπρόεδρος Φρανς Τίμερμανς δήλωσε σχετικά: «Όταν καταρτίζουμε κανόνες και πολιτικές χρειαζόμαστε τη βοήθεια εξωτερικών εμπειρογνωμόνων για να διασφαλίσουμε ότι ενεργούμε με σωστό τρόπο. Οι πολίτες αναμένουν δικαίως να παρέχεται αυτή η βοήθεια με διαφανή και ισόρροπο τρόπο. Χάρη στα μέτρα που λαμβάνουμε σήμερα, η Επιτροπή θα αξιοποιεί τις υπηρεσίες εμπειρογνωμοσύνης υψηλού επιπέδου αποφεύγοντας παράλληλα τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων, ενώ οι πολίτες θα μπορούν να απαιτούν από εμάς μεγαλύτερη λογοδοσία. Η σημερινή απόφαση είναι αποτέλεσμα εποικοδομητικών διαβουλεύσεων με τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την Ευρωπαία Διαμεσολαβητή και τους εκπροσώπους των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, που αποτελούν βασικούς εταίρους στη θέσπιση μιας διαφανούς διαδικασίας χάραξης πολιτικών σε επίπεδο ΕΕ. Πρόκειται για ένα ακόμη σημαντικό βήμα για να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν οι «Βρυξέλλες»».

Βάσει των νέων κανόνων, οι υπηρεσίες της Επιτροπής οφείλουν να επιλέγουν όλα τα μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων μέσω δημόσιων προσκλήσεων υποβολής υποψηφιοτήτων – εκτός των μελών ομάδων εμπειρογνωμόνων που εκπροσωπούν κράτη μέλη, τρίτες χώρες, καθώς και ευρωπαϊκούς και διεθνείς φορείς. Οι προσκλήσεις αυτές πρέπει να δημοσιεύονται στο μητρώο των ομάδων εμπειρογνωμόνων και να περιγράφουν με σαφήνεια τα κριτήρια επιλογής, μεταξύ άλλων, τις απαιτούμενες υπηρεσίες εμπειρογνωμοσύνης και τις στοχευόμενες ομάδες συμφερόντων. Θα καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εξασφαλίζεται ισόρροπη εκπροσώπηση, λαμβανομένων υπόψη των τομέων υπηρεσιών εμπειρογνωμοσύνης και συμφερόντων, του φύλου και της γεωγραφικής προέλευσης, καθώς και των καθηκόντων κάθε ομάδας εμπειρογνωμόνων. Η ενίσχυση της διαφάνειας της διαδικασίας επιλογής αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επίτευξη ισόρροπης σύνθεσης.

 

Οι αναθεωρημένοι κανόνες αυξάνουν περαιτέρω τη διαφάνεια όσον αφορά το έργο των ομάδων, απαιτώντας ρητά από τις υπηρεσίες της Επιτροπής να κοινοποιούν σχετικά έγγραφα, όπως ημερήσιες διατάξεις, περιεκτικά πρακτικά και παρατηρήσεις εμπειρογνωμόνων. Σε περίπτωση έγκρισης μιας θέσης ομάδας εμπειρογνωμόνων με ψηφοφορία, μπορούν επίσης να δημοσιοποιούνται οι απόψεις της μειοψηφίας των εμπειρογνωμόνων, εφόσον αυτοί εκφράσουν σχετική επιθυμία.

 

Οι αναθεωρημένοι κανόνες βελτιώνουν σημαντικά τη διαχείριση περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων όσον αφορά πρόσωπα που διορίζονται σε προσωπική βάση και καλούνται να ενεργούν ανεξάρτητα και προς το δημόσιο συμφέρον. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα πρέπει να πραγματοποιούν συγκεκριμένες εκτιμήσεις σύγκρουσης συμφερόντων για αυτούς τους εμπειρογνώμονες, με βάση μια τυποποιημένη δήλωση συμφερόντων που θα υποβάλλουν. Στη συνέχεια, οι δηλώσεις αυτές θα δημοσιεύονται στο μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων για δημόσιο έλεγχο.

 

Το αναθεωρημένο μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων θα δημοσιευτεί στο διαδίκτυο, ώστε να ανταποκρίνεται έτσι στις νέες απαιτήσεις διαφάνειας και να διασφαλίζει συνέργειες με το μητρώο διαφάνειας. Οι εμπειρογνώμονες που υποβάλλουν υποψηφιότητα για να εκπροσωπούν συγκεκριμένα συμφέροντα ή οργανώσεις θα επιλέγονται ως μέλη ομάδας εμπειρογνωμόνων μόνον αν έχουν καταχωριστεί στο μητρώο διαφάνειας. Έως το τέλος του 2016, ο όρος αυτός θα πρέπει να εφαρμόζεται αναδρομικά για όλα τα τρέχοντα μέλη ομάδων εμπειρογνωμόνων. Επίσης, θα βελτιωθεί η οργάνωση του μητρώου των ομάδων εμπειρογνωμόνων, με μια νέα κατάταξη των μελών αυτών των ομάδων που θα προσδώσει μεγαλύτερη σαφήνεια και διαφάνεια. Σύμφωνα με τη νέα κατάταξη, φορείς όπως εταιρείες, ΜΚΟ και συνδικαλιστικές οργανώσεις θα διαχωρίζονται από τις δημόσιες οντότητες, οι οποίες προηγουμένως υπάγονταν στην ίδια κατηγορία. Θα δημιουργηθούν επίσης περισσότερες υποκατηγορίες ώστε να αυξηθεί ο δημόσιος έλεγχος της ισορροπίας συμφερόντων.

 

Ιστορικό

 

Περίπου 800 ομάδες εμπειρογνωμόνων συμβουλεύουν σήμερα την Επιτροπή σε όλους τους τομείς πολιτικής. Τα μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων είναι δυνατόν να διορίζονται είτε ως μεμονωμένα άτομα είτε ως εκπρόσωποι κρατών μελών, τρίτων χωρών, ευρωπαϊκών ή διεθνών οργανισμών, επιχειρήσεων, συνδικαλιστικών οργανώσεων, οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, πανεπιστημίων ή άλλων συμφερόντων.

Οι ομάδες εμπειρογνωμόνων παρέχουν τις υπηρεσίες τους κατά την κατάρτιση νέας νομοθεσίας ή κατ΄εξουσιοδότηση και εκτελεστικών πράξεων, την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας ή γενικότερα τη χάραξη στρατηγικών κατευθύνσεων πολιτικής. Οι ομάδες αυτές δεν λαμβάνουν αποφάσεις – ο ρόλος τους είναι καθαρά συμβουλευτικός – αλλά μπορούν να διατυπώνουν απόψεις ή συστάσεις και να υποβάλλουν εκθέσεις στην Επιτροπή. Η Επιτροπή και οι υπάλληλοί της δεν έχουν απολύτως καμία δέσμευση όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνουν υπόψη τους τις γνωμοδοτήσεις και τις απόψεις των εν λόγω ομάδων εμπειρογνωμόνων. Οι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται πάντα προς το γενικό συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Η Επιτροπή Γιούνκερ έχει δεσμευτεί να ενισχύσει τη διαφάνεια σε όλους τους τομείς εργασίας της. Η συνεργασία με τις ομάδες εμπειρογνωμόνων είναι ένας από τους πολλούς τρόπους με τους οποίους η Επιτροπή συγκεντρώνει εξωτερικές γνώμες και υπηρεσίες εμπειρογνωμοσύνης για τη στήριξη του έργου της. Οι δημόσιες διαβουλεύσεις, οι στοχευμένες διαβουλεύσεις με ενδιαφερόμενα μέρη, οι δημόσιες ακροάσεις, οι διασκέψεις και οι μελέτες είναι επίσης μερικά άλλα πολύτιμα εργαλεία που συμπληρώνουν τον θεσμικό διάλογο με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

 

Ένα οριζόντιο θεσμικό πλαίσιο για τις ομάδες εμπειρογνωμόνων θεσπίστηκε για πρώτη φορά το 2005 και αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά το 2010. Η σημερινή απόφαση αποτελεί θετική απάντηση σε πολλές από τις συστάσεις που διατυπώθηκαν από την Ευρωπαία Διαμεσολαβητή κατόπιν αυτεπάγγελτης εξέτασης, καθώς και στις προτάσεις των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών.