Εκσυγχρονισμός του Πλαισίου Κανόνων για τις Δημόσιες Συμβάσεις και τις Συμβάσεις Παραχώρησης – Θεσπίζονται πιο Απλές και πιο Ευέλικτες Διαδικασίες

dimosies symvaseisΟι δημόσιες συμβάσεις και οι συμβάσεις παραχώρησης αποτελούν εργαλεία για τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα και συμβάλλουν στην υιοθέτηση ενός μοντέλου δικαιότερης και περισσότερο βιώσιμης ανάπτυξης. Οι νέοι κανόνες που θεσπίστηκαν θα επιτρέψουν στους δημόσιους ιθύνοντες να κινητοποιήσουν αποτελεσματικότερα τα μέσα αυτά, εξασφαλίζοντας παράλληλα την καλύτερη χρησιμοποίηση των χρημάτων των φορολογουμένων.

Αναφορικά με τις δημόσιες συμβάσεις, η απλοποίηση και η ασφάλεια δικαίου που επέφερε η εν λόγω μεταρρύθμιση θα οδηγήσει σε ευκολότερη διαχείριση, αυξημένη αποτελεσματικότητα και εξοικονόμηση χρόνου και πόρων, τόσο για τους αγοραστές του Δημοσίου όσο και για τις επιχειρήσεις, ιδίως τις ΜΜΕ.
Η κοινωνική ένταξη, το περιβάλλον και η καινοτομία αναγνωρίζονται ως αυτοτελείς προτεραιότητες, επιτρέποντας στους δημόσιους φορείς λήψης αποφάσεων να επιλέγουν την καλύτερη αντί για τη φθηνότερη προσφορά.
Η νέα οδηγία δημιουργεί μια λειτουργική εσωτερική αγορά, στην οποία η τοπική αυτοδιοίκηση και οι επιχειρήσεις θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σ’ έναν χώρο που παρέχει πενταπλάσιες έως δεκαπλάσιες ευκαιρίες σε σχέση με την εθνική αγορά.
ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
 
Η αξία των δημοσίων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ευρωπαϊκών οδηγιών ανέρχεται σε 425 δισ. ευρώ, ήτοι στο 3,4 % του ΑΕΠ της Ένωσης, σύμφωνα με στοιχεία του  2011. Οι ισχύοντες ευρωπαϊκοί κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις χρονολογούνται από το 2004. Οι σημερινοί δημοσιονομικοί περιορισμοί κατέστησαν εμφανή την ανάγκη προσαρμογής τους.
Η θέσπιση απλούστερων και αποτελεσματικότερων κανόνων προσβλέπει σε όφελος τόσο των δημοσίων αρχών, όσο και των επιχειρήσεων, ιδίως, των ΜμΕ, προκειμένου οι δημόσιοι πόροι να αξιοποιούνται όσο το δυνατόν καλύτερα και να προσφέρονται ποιοτικές υπηρεσίες στους χρήστες, με:

  • Λιγότερη γραφειοκρατία, χάρη στο νέο ενιαίο ευρωπαϊκό έγγραφοκαι στην αρχή ότι μόνο ο επιλεγείς υποψήφιος πρέπει να υποβάλει δικαιολογητικά έγγραφα.
  • Συντομότερες προθεσμίες.
  • Γενίκευση της χρήσης της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, καθιστώντας την υποχρεωτική από τον Σεπτέμβριο του 2018.
  • Μεγαλύτερη ελευθερία διαπραγμάτευσης, με απλοποιημένες διαδικασίες.
  • Απλοποιημένες απαιτήσεις δημοσιότηταςγια τις περιφερειακές και τις τοπικές αρχές.
Επιδιώκεται η τόνωση της καινοτομίας, καθώς αποτελεί κινητήριο δύναμη της μελλοντικής ανάπτυξης και συμβάλλει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της ποιότητας των δημοσίων υπηρεσιών, βοηθώντας παράλληλα στην αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων που αντιμετωπίζει η κοινωνία σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό προβλέπονται:
 
  • Ένα διαγωνιστικό στάδιο για την επιλογή του καταλληλότερου ή των καταλληλότερων εταίρων για την ανάπτυξη μιας καινοτόμου λύσης, ειδικά σχεδιασμένης στις ανάγκες του αγοραστή.
  • Η δυνατότητα σε κάθε φάση της έρευνας, της ανάπτυξης και της εμπορίας της λύσης από τον εταίρο.
  • Η δυνατότητα της δημόσιας αρχής να τερματίσει την εταιρική σχέση ή να μειώσει τον αριθμό των εταίρων.
Επιτυγχάνεται η ενσωμάτωση κοινωνικών και περιβαλλοντικών όρων, όπως η μείωση των ενεργειακών δαπανών που θα επιτρέπει την αξιολόγηση των  προσφορών με βάση διευρυμένες παραμέτρους, όπως:
  • Το συνολικό «κόστος του κύκλου ζωής», συμπεριλαμβανομένου του αποτυπώματος CO2 των αγοραζόμενων αγαθών ή υπηρεσιών.
  • Τη διαδικασία παραγωγής των αγοραζόμενων αγαθών και υπηρεσιών, π.χ. την απασχόληση μειονεκτούντων ατόμων ή τη χρήση οικολογικών υλικών για την επιλογή του αναδόχου.
  • Κάθε ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά που δεν τηρεί τις υποχρεώσεις κοινωνικής ασφάλισης, του εργατικού δικαίου ή των περιβαλλοντικών απαιτήσεων, θα απορρίπτεται.
  • Ορισμένες συμβάσεις θα μπορούν να προορίζονται για επιχειρήσεις προστατευόμενης απασχόλησης που έχουν ως στόχο την επαγγελματική ένταξη εργαζομένων με αναπηρία ή μειονεκτούντων ατόμων, όπως οι μακροχρόνια άνεργοι ή μέλη μειονεκτουσών ομάδων, όταν αυτές οι κατηγορίες εργαζομένων αντιπροσωπεύουν άνω του 30 % του προσωπικού των σχετικών οργανισμών.
Διευκολύνεται περισσότερο η πρόσβαση των ΜμΕ, καθώς αντιπροσωπεύουν το 52 % της οικονομίας της Ένωσης και αναλαμβάνουν το 60 % των δημοσίων συμβάσεων, σύμφωνα με στοιχεία της περιόδου 2006 – 2008 και επιπλέον συντελούν σε σημαντικό βαθμό στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, στην ανάπτυξη και στην καινοτομία. Προκειμένου λοιπόν να εξυπηρετηθεί αυτός ο στόχος:
  • Ενθαρρύνονται οι αναθέτουσες αρχές να διαχωρίζουν τις μεγάλες συμβάσεις ανάθεσης σε μικρότερες και εάν δεν το πράττουν θα πρέπει να το αιτιολογούν.
  • Προβλέπεται ο ελάχιστος κύκλος εργασιών μιας επιχείρησης που απαιτείται για τη συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό να υπόκειται καταρχήν σε ανώτατο όριο, το πολύ διπλάσιο της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης.
 
Αντιμετωπίζεται η διαφθορά στην ανάληψη δημόσιων συμβάσεων, καθώς κοστίζει στην κοινωνία μας περίπου  2 δισ. ευρώ ετησίως. Οι συγκρούσεις συμφερόντων και οι αθέμιτες πρακτικές υπονομεύουν την ορθή εφαρμογή των κανόνων και ανατρέπουν τις θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας και την ισότιμη πρόσβαση στις συμβάσεις, για τους λόγους αυτούς προβλέπεται:
  • Σαφής ορισμός των «συγκρούσεων συμφερόντων»και ανάγκη να λαμβάνουν τα Κράτη – μέλη μέτρα αποτροπής τους, εντοπισμού και διόρθωσης των συνεπειών τους.
  • Αποκλεισμός των οικονομικών παραγόντων που κρίνονται ένοχοι αθέμιτων συμπεριφορών, όπως αθέμιτη επιρροή ή ψευδείς δηλώσεις.
  • Αποσαφήνιση των καταστάσεων που επιτρέπεται η τροποποίηση των συμβάσεωνμετά την ανάθεσή τους.
Λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τις κοινωνικές υπηρεσίες, τις υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, καθώς ο τρόπος οργάνωσής τους διαφέρει σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των χωρών λόγω των διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων. Προέκυψε λοιπόν η ανάγκη για απλοποιημένες ρυθμίσεις, όπως:
  • Δικαιούχοι Υπηρεσίες, ορίζονταιεκείνες που αναφέρονται ρητά στην οδηγία, ήτοι οι κοινωνικές υπηρεσίες, οι υπηρεσίες υγείας και οι πολιτιστικές υπηρεσίες.
  • Τα κράτη μέλη θα διαθέτουν αποκλειστική αρμοδιότητα, όσον αφορά στην οργάνωση των υπηρεσιών τους υποχρεωτικήςκοινωνικής ασφάλισης. Το νέο απλοποιημένο καθεστώς δεν θα εφαρμόζεται παρά μόνον εάν η παροχή των υπηρεσιών αυτών ανατίθεται σε εξωτερική επιχείρηση.
  • Επέρχεται σημαντική αύξηση των οικονομικών ορίων και στο εξής, οι σχετικές συμβάσεις θα είναι εκείνες που υπερβαίνουν τα 750.000 ευρώ. Οι συμβάσεις χαμηλότερης αξίας, θεωρείται ότι δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών και επομένως δεν εμπίπτουν στο νέο πλαίσιο, εξαιρουμένων ειδικών περιπτώσεων, ιδίως, εάν συμμετέχουν ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία.
  • Θεσπίζονται πολύ περιορισμένες ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, όπως δημοσίευση προκήρυξης σε απλοποιημένη μορφή και ανακοίνωση ανάθεσης της σύμβασης με ίση μεταχείριση των εθνικών και των επιτηδευματιών από άλλα κράτη μέλη.
  • Δίνεται έμφαση στην ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών, όπως η δυνατότητα ανάθεσης της σύμβασης στην επιχείρηση που ανταποκρίνεται καλύτερα στα ποιοτικά κριτήρια που καθορίζονται στην πρόσκληση υποβολής προσφορών.
  • Δίνεται η δυνατότητα να καταργήσουν τα κράτη μέλη το κόστος ως μοναδικό κριτήριογια την ανάθεση των συμβάσεων αυτών.
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ
 
Οι συμβάσεις παραχώρησης αποτελούν ευρέως διαδεδομένες μορφές Συμπράξεων μεταξύ του Δημόσιου τομέα και Ιδιωτικών κυρίως επιχειρήσεων και έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμες στην ανάπτυξη υποδομών. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, από το 1990 έως το 2009, υπεγράφησαν στην ΕΕ, περισσότερες από 1.300 συμβάσεις Συμπράξεων Δημόσιου/Ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), αξίας άνω των 250 δισ. ευρώ. Οι συμβάσεις παραχώρησης αποτελούν τη συνηθέστερη μορφή ΣΔΙΤ, σε ποσοστό περίπου 60 %.
Χρησιμοποιούνται σε τομείς ζωτικής σημασίας για την οικονομία που έχουν αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής όλων των πολιτών της ΕΕ. Συνήθως, οι εν λόγω συμβάσεις έχουν ως αντικείμενο τις οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές, τις λιμενικές και αερολιμενικές υπηρεσίες, τη συντήρηση και τη διαχείριση αυτοκινητοδρόμων, τη διαχείριση των αποβλήτων, τις υπηρεσίες ενέργειας και θέρμανσης, τις υποδομές αναψυχής και τους χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων.
Οι συμβάσεις παραχώρησης διαφέρουν από τις δημόσιες συμβάσεις. Σε μια δημόσια σύμβαση, ο ανάδοχος εισπράττει καθορισμένο ποσό για την εκτέλεση του προβλεπόμενου έργου ή την παροχή της απαιτούμενης υπηρεσίας. Στη σύμβαση παραχώρησης, η αμοιβή την οποία λαμβάνει ο ανάδοχος είναι σημαντική, επειδή του επιτρέπεται να εκμεταλλεύεται το έργο ή την υπηρεσία.
 
Οι συμβάσεις παραχώρησης κινητοποιούν ιδιωτικά κεφάλαια και τεχνογνωσία για τη συμπλήρωση δημόσιων πόρων και επιτρέπουν την πραγματοποίηση νέων επενδύσεων σε δημόσιες υποδομές και υπηρεσίες, χωρίς να αυξάνεται το δημόσιο χρέος.
 
Υπήρξε ανάγκη αναθεώρησης των κανόνων για τις συμβάσεις παραχώρησης, καθώς το ισχύον νομικό πλαίσιο είναι κατακερματισμένο και στηρίζεται σε πολύπλοκη νομολογία και διαφορετικές εθνικές νομοθετικές διατάξεις και ως εκ τούτου, δεν παρέχει επαρκή ασφάλεια δικαίου. Οι επιχειρήσεις και οι τράπεζες διατρέχουν, συνεπώς, σοβαρό κίνδυνο δεσμεύοντας μεγάλα χρηματικά ποσά σε μακροχρόνιες συμβάσεις παραχώρησης, αλλά και οι δημόσιες αρχές μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με καταγγελία και λύση των συμβάσεών τους. Οι νέοι κανόνες θα βελτιώσουν ουσιαστικά την κατάσταση αυτή, δημιουργώντας ένα σταθερό νομικό περιβάλλον. Αυτό, με τη σειρά του, θα συμβάλει σε νέες επενδύσεις, στην καινοτομία, στην ανάπτυξη υποδομών και υπηρεσιών και τελικά στην οικονομική ανάκαμψη.
Οι νέοι κανόνες διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις της ΕΕ θα έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε εμπορικές ευκαιρίες και οι δημόσιες αρχές θα αξιοποιούν καλύτερα τα χρήματα των φορολογουμένων, για τους λόγους αυτούς, προβλέπεται:
  • Σαφής ορισμός των συμβάσεων παραχώρησηςπου επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να διακρίνουν μεταξύ συμβάσεων παραχώρησης και δημοσίων συμβάσεων ή μονομερών πράξεων, όπως είναι οι γενικές ή ειδικές άδειες.
  • Η εφαρμογή σαφών κανόνων για τις τροποποιήσεις των αρχικών συμβάσεων παραχώρησηςπου θα κατευθύνει τις δημόσιες αρχές στις αποφάσεις τους, δηλαδή για το αν η φύση των τροποποιήσεων είναι τέτοια που να δικαιολογεί νέα διαδικασία ανάθεσης.
 
  • Υποχρεωτική δημοσίευση των προκηρύξεων παραχώρησης στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ, εάν η αξία της παραχώρησης ανέρχεται τουλάχιστον σε 5 εκατ. ευρώ.
  • Μεγαλύτερη διαφάνειαπου θα αυξήσει τις επιχειρηματικές ευκαιρίες, κυρίως για τις ΜμΕ.
  • Οι δημόσιες αρχές δεν θα υποχρεούνται να ακολουθούν συγκεκριμένη διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Τα κράτη μέλη θα καθορίζουν τις εφαρμοστέες διαδικασίες, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης.
  • Εφαρμογή σ’ όλες τις συμβάσεις παραχώρησης, των δικαστικών εγγυήσεων, οι οποίες καθιερώνονται με τις Οδηγίες περί ενδίκων μέσων[1]. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται η εμπιστοσύνη στην αμεροληψία των αποφάσεων των δημοσίων αρχών και ενθαρρύνονται οι οικονομικοί παράγοντες να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς τόσο στη χώρα τους, αλλά και στο εξωτερικό.
  • Επιπλέον, τα εθνικά δικαστήρια θα δύνανται να καθιστούν άνευ αποτελέσματος συμβάσεις παραχώρησης, οι οποίες έχουν ανατεθεί παρανόμως, χωρίς διαφάνεια και χωρίς διαγωνισμό.
Τα Κράτη – μέλη έχουν προθεσμία έως τον Μάρτιο του 2016 για να μεταφέρουν τους νέους κανόνες στο εσωτερικό τους δίκαιο, εκτός των ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων, όπου η προθεσμία είναι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα συνδράμει προκειμένου να διευκολυνθούν τα Κράτη – μέλη στην ενσωμάτωση των νέων κανόνων και θα μεριμνά στη συνέχεια για την ορθή εφαρμογή τους.
Σταρρά ΕλένηΣτυλιανή
Επικεφαλής του Κέντρου Ευρωπαϊκής
Πληροφόρησης Europe Direct Ε.Β.Ε.Α.
Ακαδημίας 7, 5ος όροφος, Αθήνα
Τηλ.: 210 3615059, 210 3382481
Fax.: 210 3382315
E-mail: europedirect@acci.gr
Site: http://europedirect.acci.gr
[1] Οι οδηγίες περί ενδίκων μέσων συντονίζουν τα εθνικά συστήματα προσφυγών σε υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων. Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ εφαρμόζεται στον δημόσιο τομέα, ενώ η οδηγία 92/13/ ΕΟΚ εφαρμόζεται στον τομέα των υπηρεσιών κοινής ωφελείας. Αμφότερες οι οδηγίες τροποποιήθηκαν ουσιωδώς με την οδηγία 2007/66/ΕΚ.