Ενδοκρινικοί διαταράκτες στα φυτοφαρμάκα: απαραίτητα τα επιστημονικά κριτήρια προσδιορισμού τους

agrotika proiontaΗ Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζει κριτήρια για τον προσδιορισμό των ενδοκρινικών διαταρακτών (endorcrine disruptors) στους τομείς των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και των βιοκτόνων. Η Επιτροπή προτείνει στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την υιοθέτηση μιας προσέγγισης με ισχυρή επιστημονική βάση για τον προσδιορισμό των ενδοκρινικών διαταρακτών, καθώς και την έγκριση του ορισμού που έχει διατυπώσει ο ΠΟΥ (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας).

Οι ενδοκρινικοί διαταράκτες είναι ουσίες (τόσο φυσικές ουσίες όσο και χημικά προϊόντα) που μπορούν να τροποποιήσουν τη λειτουργία ενός ορμονικού συστήματος και να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου ή των ζώων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζει δύο σχέδια νομικών πράξεων με επιστημονικά κριτήρια τα οποία θα επιτρέψουν τον ορθότερο προσδιορισμό των χημικών ουσιών που δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες, στους τομείς των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και των βιοκτόνων.

Η δέσμη εγγράφων περιλαμβάνει:

  • μια ανακοίνωση όπου παρέχεται μια επισκόπηση του σχετικού επιστημονικού και ρυθμιστικού πλαισίου,
  • μια έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων όπου παρουσιάζονται οι σύγχρονες επιστημονικές γνώσεις σχετικά με τα διάφορα κριτήρια προσδιορισμού των ενδοκρινικών διαταρακτών και παρέχονται πληροφορίες για τις πιθανές επιπτώσεις,
  • και δύο σχέδια νομικών πράξεων –το ένα βάσει της νομοθεσίας για τα βιοκτόνα και το άλλο βάσει της νομοθεσίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα– όπου καθορίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού των ενδοκρινικών διαταρακτών.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ζαν Κλώντ Γιούνκερ δήλωσε ότι: «Οι ενδοκρινικοί διαταράκτες μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία και το περιβάλλον και, παρόλο που βάσει της υφιστάμενης νομοθεσίας για τα φυτοφάρμακα και τα βιοκτόνα έχουν ήδη απαγορευτεί πολλές ουσίες που περιέχουν διαταράκτες, χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση. Η Επιτροπή έχει δεσμευτεί στη διασφάλιση του υψηλότερου δυνατού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, και σε αυτό το πλαίσιο προτείνουμε αυστηρά και επιστημονικά τεκμηριωμένα κριτήρια για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες, καθιστώντας έτσι το ρυθμιστικό σύστημα της ΕΕ το πρώτο σύστημα παγκοσμίως στο οποίο τέτοια επιστημονικά κριτήρια θεσπίζονται νομοθετικά».

 

Ο κ. Γίρκι Κάταϊνεν, Aντιπρόεδρος αρμόδιος για την απασχόληση, την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και την ανταγωνιστικότητα, δήλωσε ότι: «Τα επιστημονικά κριτήρια για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες, που παρουσιάζονται, θα συμβάλουν σε δύο στόχους: την ελαχιστοποίηση της έκθεσης σε ενδοκρινικούς διαταράκτες και την ασφάλεια δικαίου. Η σημερινή ανακοίνωση παρουσιάζει τα ζητήματα που λάβαμε υπόψη κατά τη διαδικασία αυτή, καθορίζει το πεδίο που θεωρήθηκε συναφές με τον καθορισμό των επιστημονικών κριτηρίων και παραθέτει τις επιπτώσεις από τον καθορισμό αυτών των κριτηρίων – τόσο για τις δύο άμεσα εμπλεκόμενες νομοθετικές πράξεις όσο και για άλλους τομείς του ρυθμιστικού πλαισίου και άλλες δράσεις της ΕΕ».

 

Ο κ. Βιτένις Αντρουκάιτιτς, Eπίτροπος αρμόδιος για την υγεία και την ασφάλεια των τροφίμων, δήλωσε ότι: «Τα επιστημονικά κριτήρια που παρουσιάζει η Επιτροπή διασφαλίζουν τη διατήρηση του υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, όπως προβλέπεται στη νομοθεσία περί φυτοπροστατευτικών και βιοκτόνων προϊόντων. Η νομοθεσία περί φυτοπροστατευτικών και βιοκτόνων προϊόντων είναι μια από τις αυστηρότερες στον κόσμο, καθώς προβλέπει σύστημα προηγούμενης έγκρισης, επιβάλλει εκτεταμένες απαιτήσεις δεδομένων και ακολουθεί προσέγγιση βάσει κινδύνων για τη λήψη αποφάσεων. Η Επιτροπή ενισχύει τη δέσμευσή της για την προστασία της υγείας των κατοίκων της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Τα επιστημονικά κριτήρια που εγκρίνονται από την Επιτροπή βασίζονται στον ορισμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες, ως προς τον οποίο υπάρχει ευρεία συναίνεση.

Ο ΠΟΥ ορίζει ότι μια ουσία είναι ενδοκρινικός διαταράκτης εάν:

– έχει δυσμενείς επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία,

– έχει ενδοκρινικό τρόπο δράσης, και

–υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ των δυσμενών επιδράσεων και του τρόπου δράσης.

Τα κριτήρια περιγράφουν επίσης τον τρόπο με τον οποίον θα πρέπει να προσδιορίζονται οι ενδοκρινικοί διαταράκτες:

– με αξιοποίηση όλων των σχετικών επιστημονικών στοιχείων,

–βάσει μιας προσέγγισης στάθμισης αποδεικτικών στοιχείων («βάρος της απόδειξης»), και

– με εφαρμογή αυστηρής συστηματικής ανασκόπησης.

Η ανακοίνωση της Επιτροπής, που συνοδεύει τις δύο νομικές πράξεις, παρέχει μια επισκόπηση του πολυσύνθετου επιστημονικού και ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τους ενδοκρινικούς διαταράκτες και περιγράφει την πορεία προς την επίτευξη επιστημονικής συμφωνίας πάνω στον ορισμό κατά τα τελευταία χρόνια. Όλα αυτά τα στοιχεία ελήφθησαν υπόψη κατά τη λήψη απόφασης από την Επιτροπή.  Πέρα από τα κριτήρια, η Επιτροπή περιγράφει μια σειρά από δράσεις με τις οποίες θα ενισχύσει τις προσπάθειές της να ελαχιστοποιηθεί η έκθεση σε ενδοκρινικούς διαταράκτες, τόσο βραχυπρόθεσμα (έρευνα και διεθνείς συνεργασίες), όσο και μεσοπρόθεσμα (μέθοδοι δοκιμών) και μακροπρόθεσμα (μέσω ρυθμιστικών μέτρων).

Με στόχο την ταχύτερη ανάληψη δράσης, η Επιτροπή ζητά από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων και από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων να αρχίσουν να μελετούν το κατά πόσον ορισμένες εγκεκριμένες ουσίες που παρουσιάζουν ενδείξεις δράσης ενδοκρινικού διαταράκτη μπορούν να χαρακτηριστούν ενδοκρινικοί διαταράκτες με βάση τα κριτήρια που παρατίθενται στα σημερινά σχέδια κειμένων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα επιβεβαιωθεί επίσης ότι οι δύο αυτοί ρυθμιστικοί οργανισμοί είναι έτοιμοι να εφαρμόσουν τα κριτήρια που παρουσιάζονται από την Επιτροπή, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμιστικές διαδικασίες, όταν αυτά τεθούν σε ισχύ.

Τα δύο σχέδια νομικών πράξεων που περιλαμβάνουν τα κριτήρια θα πρέπει στη συνέχεια να εγκριθούν από την Επιτροπή με τις σχετικές διαδικασίες. Στο πλαίσιο του κανονισμού για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, το σχέδιο νομικού κειμένου που καθορίζει τα κριτήρια θα ψηφιστεί από τα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο του κανονισμού για τα βιοκτόνα, το σχέδιο μέτρου θα συζητηθεί σε ομάδα εμπειρογνωμόνων από τα κράτη μέλη πριν από τη θέσπισή του από την Επιτροπή.

Αμφότερες οι πράξεις συνεπάγονται συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ των δύο πράξεων, η Επιτροπή θα παρουσιάσει τα δύο κείμενα ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, για να ασκήσουν τον ελεγκτικό τους ρόλο.

Η Επιτροπή προτίθεται επίσης να τροποποιήσει τη βάση για τυχόν παρεκκλίσεις σύμφωνα με τη νομοθεσία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι πιο πρόσφατες επιστημονικές πληροφορίες. Η προσέγγιση βάσει κινδύνων, που ακολουθείται στον κανονισμό περί φυτοφαρμάκων, θα διατηρηθεί, γεγονός που σημαίνει ότι η απαγόρευση ουσιών θα αποφασίζεται με βάση τους κινδύνους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η έκθεση. Ωστόσο, η βάση για πιθανές παρεκκλίσεις τροποποιείται προκειμένου να συμφωνεί με την επιστημονική γνώση και να αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με την έκθεση και την επικινδυνότητα.

Γενικές πληροφορίες

Οι χημικές ουσίες που προκαλούν ενδοκρινική διατάραξη είναι ουσίες που τροποποιούν τη λειτουργία ενός ορμονικού συστήματος και προκαλούν έτσι δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου. Καθώς η επίγνωση και η πληροφόρηση σχετικά με τους ενδοκρινικούς διαταράκτες αυξανόταν, η Επιτροπή ανταποκρίθηκε με μια «στρατηγική για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες» το 1999.

Στη νομοθεσία της ΕΕ σχετικά με τα χημικά προϊόντα, οι ενδοκρινικοί διαταράκτες πολλές φορές εξετάζονται ειδικά (νομοθεσία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων, περί βιοκτόνων και περί ποιότητας του νερού, κανονισμός REACH) ή εξετάζονται με μεθοδολογία γενικής εκτίμησης επικινδυνότητας, ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας για τους καταναλωτές και το περιβάλλον.

Πολλές χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνταν σε φυτοπροστατευτικά ή βιοκτόνα προϊόντα έχουν ήδη απαγορευτεί λόγω των δυσμενών επιδράσεών τους. Αυτό αποδεικνύει τη δέσμευση της ΕΕ στην προστασία των πολιτών από τους κινδύνους που παρουσιάζουν οι μη ασφαλείς χημικές ουσίες.