Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο

imerisia_LARGE_t_1061_43448803

Ευρωπαϊκό Δίκαιο, ονομάζεται το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο συνιστά ιδιαίτερη έννομη τάξη, χωριστή από τις εθνικές έννομες τάξεις των κρατών-μελών και διέπεται από τις δικές του ιδιαίτερες αρχές.

Το ευρωπαϊκό δίκαιο διακρίνεται σε πρωτογενές και παράγωγο.

  • Πρωτογενές δίκαιο είναι το δίκαιο των τριών ιδρυτικών Συνθηκών [Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΥΡΑΤΟΜ)] και οι γενικές αρχές που πηγάζουν από αυτές. Σημειώνεται δε, ότι οι συνθήκες αυτές διατηρούν χαρακτήρα «θεσμικό», «συνταγματικό» και «κανονιστικό».
  • Παράγωγο δίκαιο είναι οι κανόνες δικαίου που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιέχονται κατά βάση σε Κανονισμούς, Οδηγίες και Αποφάσεις. Οι κανόνες αυτοί αποτελούν πράξεις που λαμβάνονται και εκδίδονται κατά περίπτωση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, οι οποίες όμως διαφέρουν μεταξύ τους σημαντικά δημιουργώντας έτσι διαφορετικές έννομες συνέπειες.

 

Η Οδηγία είναι νομοθετική πράξη που απευθύνεται στα κράτη-μέλη. Δεν έχει άμεση ισχύ στις εθνικές έννομες τάξεις. Τα κράτη-μέλη οφείλουν όμως να μεταγράψουν την Οδηγία στο εσωτερικό τους δίκαιο εντός τακτής προθεσμίας προς έναρξη ισχύος, όπως προβλέπει η ίδια η Οδηγία. Το πώς θα τη μεταγράψουν, (με νόμο, Προεδρικό Διάταγμα κ.λ.π.), διέπεται από το εσωτερικό δίκαιο των κρατών-μελών. Οφείλουν όμως κατά τη μεταγραφή της Οδηγίας στο Εθνικό Δίκαιο του Κράτους, να μην αλλοιώνουν το νόημά της και να διατηρήσουν την ουσία της ρύθμισης (effet utile).

Αντίθετα, ο Κανονισμός έχει άμεση ισχύ στο εθνικό δίκαιο των κρατών-μελών και δε χρειάζεται μεταγραφή, πλην όμως μπορεί να απαιτείται αντίστοιχη εναρμόνιση του εσωτερικού εθνικού δικαίου των κρατών μελών, προς αποφυγή συγκρούσεων.

Το Ευρωπαϊκό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού (εσωτερικού) δικαίου των κρατών-μελών της Ε.Ε.

Σημειώνεται, ακόμη ότι οι συνθήκες (πρωτογενές δίκαιο) αποτελούν διεθνείς συμφωνίες που στο σύνολό τους συνιστούν τον «Καταστατικό Χάρτη» της Ε.Ε., οι οποίες, τελικά, και υπερισχύουν των εσωτερικών νόμων που ισχύουν στα εθνικά δίκαια των κρατών μελών. Συνεπώς οι χώρες μέλη δεν μπορούν μετά την ένταξή τους να επικαλεστούν αντισυνταγματικότητα συνθηκών, με σκοπό την απαλλαγή τους από τις ανειλημμένες υποχρεώσεις τους.

Επίσης, και οι πράξεις των οργάνων της Ε.Ε. που εκδίδονται προς εφαρμογή των διατάξεων των συνθηκών υπερισχύουν ομοίως των Εθνικών (εσωτερικών) νόμων εκάστου κράτους-μέλους.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει τονίσει κατ’ επανάληψη, ότι όλα τα κράτη-μέλη οφείλουν να συμμορφώνονται με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και ουδεμία διάταξη εσωτερικού εθνικού δικαίου (νόμος ή Σύνταγμα) δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για μη συμμόρφωσή τους, όπως ορίζεται και με το άρθρο 3 της Συνθήκης Ρώμης.

Για να βρείτε περισσότερες πληροφορίες για το Δίκαιο της ΕΕ ή για να αναζητήσετε ευρωπαϊκή νομοθεσία πατήστε εδώ.