Η Πράσινη Βίβλος σχετικά με το μέλλον του ΦΠΑ στην ΕΕ – Με στόχο ένα απλούστερο, ισχυρότερο και αποτελεσματικότερο σύστημα που θα περιορίσει το διοικητικό φόρτο για τις επιχειρήσεις και θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά τους

money2Ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) καθιερώθηκε για πρώτη φορά στην Ευρώπη το 1954, στη Γαλλία. Το 1967, τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, όπως ονομαζόταν τότε, συμφώνησαν να αντικαταστήσουν τα εθνικά τους συστήματα φόρου επί του κύκλου εργασιών με ένα κοινό σύστημα ΦΠΑ. Έκτοτε, ο ΦΠΑ καθιερώθηκε σε περίπου 1401 χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το 2008 τα έσοδα του ΦΠΑ αντιπροσώπευαν 21,4% των εθνικών φορολογικών εσόδων των κρατών – μελών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή αύξηση 12% από το 1952. Πρόκειται, συνεπώς, για μια σημαντική πηγή εσόδων για τους εθνικούς προϋπολογισμούς και σε πολλά κράτη μέλη αποτελεί την κύρια πηγή. Το 2008, τα έσοδα του ΦΠΑ αντιπροσώπευαν κατά μέσο όρο 7,8% του ΑΕΠ των κρατών – μελών, ποσοστό το οποίο αυξήθηκε περίπου κατά 13% από το 1995.

Η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση δημιούργησε σημαντικές προκλήσεις για τα δημόσια οικονομικά σε πολλά κράτη μέλη. Δεδομένης της ιδιαίτερης πτώσης που σημειώθηκε στα έσοδα που προέρχονται από άμεσους φόρους και φόρους περιουσίας εξαιτίας της πρόσφατης ύφεσης, το μερίδιο των εσόδων του ΦΠΑ στο σύνολο των φορολογικών εσόδων έχει αυξηθεί ακόμη περισσότερο σε πολλά κράτη μέλη.

Σήμερα, έχει έρθει η στιγμή να εξετασθεί με κριτικό βλέμμα το σύστημα ΦΠΑ με σκοπό να ενισχυθεί η συνεκτικότητά του με την ενιαία αγορά, η ικανότητά του ως πηγή άντλησης εσόδων μέσω της βελτίωσης της οικονομικής αποδοτικότητάς του και της σταθερότητάς του, καθώς και η συμβολή του σε άλλες πολιτικές, με παράλληλη μείωση του κόστους που συνδέεται με την τήρηση των κανόνων και την είσπραξη των φόρων. Με τον τρόπο αυτό, η μεταρρύθμιση του συστήματος ΦΠΑ μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην υλοποίηση της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» και την επιστροφή στην ανάπτυξη, αφού μπορεί να δώσει νέα ώθηση στην ενιαία αγορά και να αποτελέσει το θεμέλιο μιας έξυπνης δημοσιονομικής εξυγίανσης στα κράτη μέλη.

Η βελτίωση αυτή απαιτεί την καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος ΦΠΑ το οποίο να μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με την εξέλιξη του οικονομικού και τεχνολογικού περιβάλλοντος και να είναι επαρκώς

ανθεκτικό στις απόπειρες απάτης, όπως εκείνες που διαπιστώθηκαν τα τελευταία έτη.

Ένα απλούστερο σύστημα ΦΠΑ θα μείωνε επίσης το λειτουργικό κόστος για τους φορολογούμενους και τις φορολογικές διοικήσεις, αυξάνοντας έτσι τα καθαρά κέρδη για το δημόσιο. Επιπλέον, ο σημαντικός ρόλος των επιχειρήσεων στην είσπραξη του ΦΠΑ πρέπει να αναγνωριστεί δεόντως, διότι ο ΦΠΑ είναι φόρος κατανάλωσης και όχι φόρος που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις. Το κόστος συμμόρφωσης με τη νομοθεσία περί ΦΠΑ αντιπροσωπεύει για τις επιχειρήσεις της ΕΕ μείζονος σημασία διοικητική επιβάρυνση και η μείωση αυτής της επιβάρυνσης θα συνέβαλε σημαντικά στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Η πολυπλοκότητα των κανόνων σε θέματα ΦΠΑ μεταφράζεται σε διοικητικό φόρτο για τις επιχειρήσεις. Η διαχείριση του ΦΠΑ αντιπροσωπεύει περίπου το 60 % του συνολικού φόρτου που μετρήθηκε για 13 τομείς προτεραιότητας, οι οποίοι καταγράφηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος για τη βελτίωση της νομοθεσίας.

Σύμφωνα, επίσης, με τις επιχειρήσεις, η κατάσταση αυτή καθιστά την ΕΕ λιγότερο ελκυστική για τις επενδύσεις. Ορισμένα βασικά στοιχεία του συστήματος, όπως οι υποχρεώσεις, η έκπτωση και οι συντελεστές αποτελούν ιδιαίτερη πηγή προβληματισμού. Ο προβληματισμός αυτός μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρός για τις ΜμΕ οι οποίες δεν διαθέτουν πάντα τα μέσα για να προσφεύγουν σε εμπειρογνώμονες για την εφαρμογή ολοένα και πιο πολύπλοκων κανόνων ΦΠΑ.

Tο γεγονός, ακόμη, ότι οι εγχώριες και οι ενδοενωσιακές συναλλαγές εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από την άποψη του ΦΠΑ ενδέχεται να αποτελεί εμπόδιο για την καλύτερη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Η κατάσταση αυτή δυσχεραίνεται από την ύπαρξη, στη σχετική νομοθεσία ΦΠΑ της ΕΕ, πολλών εναλλακτικών λύσεων και παρεκκλίσεων για τα κράτη μέλη, οι οποίες οδηγούν σε διαφορετικούς κανόνες σε ολόκληρη την ΕΕ.

Η ζωτική σημασία της ενίσχυσης, περαιτέρω εμβάθυνσης και επέκτασης της ενιαίας αγοράς, τονίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής «Ευρώπη 2020: στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη». Η τροποποίηση των κανόνων ΦΠΑ κατά έναν «φιλικό προς την ενιαία αγορά τρόπο» ήταν μια από τις συστάσεις που διατυπώθηκαν σε έκθεση που υποβλήθηκε, κατόπιν αιτήματος του προέδρου της

Επιτροπής José Manuel Barroso, από τον καθηγητή Mario Monti το 2010, στην οποία περιγράφεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική σκοπός της οποίας είναι να δοθεί νέα ώθηση στην ενιαία αγορά.

Η «Πράξη για την ενιαία αγορά» προβλέπει, επίσης, διάφορες πρωτοβουλίες, μεταξύ των οποίων τη δημιουργία νομικού και φορολογικού περιβάλλοντος ευνοϊκού για τις επιχειρήσεις, ώστε να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος και να προωθηθεί η διασυνοριακή δραστηριότητα. Ο ΦΠΑ αποτελεί βασικό στοιχείο προς τον σκοπό αυτό.

Ένα σύστημα ΦΠΑ με ευρεία βάση, κατά προτίμηση με ενιαίο συντελεστή, θα ήταν σχεδόν το ιδανικό για την επιβολή φόρου αποκλειστικά στην κατανάλωση με το ελάχιστο δυνατόν κόστος συμμόρφωσης. Ωστόσο, στην ΕΕ, ο κανονικός συντελεστής καλύπτει μόνο τα δύο τρίτα της συνολικής κατανάλωσης, ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο αποτελεί αντικείμενο διαφόρων απαλλαγών ή μειωμένων συντελεστών. Μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ τα οποία είναι επίσης μέλη του ΟΟΣΑ, τα πραγματικά έσοδα ΦΠΑ αντιπροσωπεύουν μόνο το 55% του μέσου όρου των εσόδων τα οποία θα μπορούσαν θεωρητικά να εισπραχθούν εάν το σύνολο της τελικής κατανάλωσης φορολογούνταν με κανονικό συντελεστή. Άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, όπως η Ιαπωνία, η Νότιος Κορέα ή η Ελβετία διαθέτουν αποτελεσματικότερο σύστημα ΦΠΑ, δεδομένου ότι το ποσοστό αυτό ανέρχεται περίπου στο 73%.

Το σύστημα ΦΠΑ της ΕΕ εξελίχθηκε αργά σε σχέση με το τεχνολογικό και οικονομικό περιβάλλον, το οποίο σηματοδοτήθηκε από την ταχεία μετατροπή των επιχειρησιακών μοντέλων, την αυξανόμενη χρήση των νέων τεχνολογιών, την αυξανόμενη σημασία των υπηρεσιών – οι οποίες αντιπροσωπεύουν σήμερα περίπου το 70% της οικονομικής δραστηριότητας – και γενικότερα την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας.

Ωστόσο, οι τεχνολογικές αυτές εξελίξεις μπορούν, επίσης, να παρέχουν νέες και εναλλακτικές δυνατότητες όσον αφορά την είσπραξη του ΦΠΑ, ώστε να μειωθούν ο φόρτος για τις επιχειρήσεις και οι απώλειες ΦΠΑ. Το υφιστάμενο μοντέλο είσπραξης παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο από την καθιέρωση του ΦΠΑ.

Το «οριστικό» σύστημα ΦΠΑ που βασίζεται στη φορολόγηση στον τόπο καταγωγής θα απαιτούσε μεγαλύτερο βαθμό εναρμόνισης των συντελεστών ΦΠΑ σε σχέση με το ισχύον σύστημα που βασίζεται στη φορολόγηση στον τόπο προορισμού, το οποίο παρέχει στα κράτη μέλη μεγαλύτερη ευελιξία εντός των ορίων που καθορίζονται από τις απαιτήσεις της ενιαίας αγοράς.

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η εφαρμογή ενιαίου συντελεστή ΦΠΑ για όλα τα αγαθά ή τις υπηρεσίες θα αποτελούσε την καλύτερη λύση από την άποψη της βελτιστοποίησης της οικονομικής απόδοσης. Παράλληλα, πολλοί συνηγορούν υπέρ της χρήσης μειωμένων συντελεστών ως μέσων δράσης, ιδίως στον τομέα της υγείας, στον πολιτιστικό και περιβαλλοντικό τομέα με στόχο την ευκολότερη και πιο ισότιμη πρόσβαση στο

εκπαιδευτικό και πολιτιστικό περιεχόμενο και την παροχή κινήτρων για την οικο-καινοτομία και την ανάπτυξη που βασίζεται στη γνώση με αποδοτική χρήση των πόρων.

Οι διασυνοριακές συναλλαγές που αφορούν αγαθά και υπηρεσίες που υπόκεινται σε μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ δημιουργούν, ωστόσο, κόστος συμμόρφωσης και αποτελούν πηγή νομικής αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις. Αυτό το πρόβλημα τίθεται κυρίως όταν μια επιχείρηση υπόκειται στον ΦΠΑ σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένη.

Επιπλέον, υφίστανται ακόμη ασυνέπειες στους συντελεστές ΦΠΑ που εφαρμόζονται σε συγκρίσιμα αγαθά ή υπηρεσίες. Για παράδειγμα, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ σε ορισμένα πολιτιστικά προϊόντα αλλά πρέπει να εφαρμόζουν τον κανονικό συντελεστή σε ανταγωνιστικές υπηρεσίες, όπως τα ηλεκτρονικά βιβλία και οι εφημερίδες. Σύμφωνα με το «Ψηφιακό Θεματολόγιο για την Ευρώπη», οι προκλήσεις της σύγκλισης μεταξύ του ψηφιακού και του φυσικού περιβάλλοντος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε κάθε επανεξέταση της γενικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών θεμάτων.

Μετά την έγκριση το 2007 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, του προγράμματος δράσης της Επιτροπής για τη μείωση μέχρι το 2012 του διοικητικού φόρτου που προκύπτει από τη νομοθεσία της ΕΕ έως 25%, η Επιτροπή παρουσίασε το 2009 σχέδιο που αφορά, μεταξύ άλλων τομέων, και τον ΦΠΑ.

Το σχέδιο αυτό,  περιλαμβάνει 16 μέτρα, όπως την κατάργηση της ετήσιας συγκεντρωτικής δήλωσης ΦΠΑ ή του καταλόγου των ενδοενωσιακών αποκτήσεων και τη μείωση της συχνότητας των δηλώσεων ΦΠΑ και υποστηρίζεται από την Ομάδα Υψηλού Επιπέδου Ανεξάρτητων Μερών για το Διοικητικό Φόρτο.

Η οδηγία ΦΠΑ περιλαμβάνει κοινή δέσμη υποχρεώσεων και τα κράτη μέλη διαθέτουν ορισμένα περιθώρια ελιγμών, όσον αφορά στην απόφαση του τρόπου εκπλήρωσης των υποχρεώσεων αυτών. Αυτό οδηγεί σε ένα συνονθύλευμα εθνικών υποχρεώσεων σε θέματα ΦΠΑ, ιδίως όσον αφορά τις δηλώσεις ΦΠΑ για τις οποίες απαιτούνται διαφορετικοί τύποι και όγκος πληροφοριών. Μια τυποποιημένη δήλωση ΦΠΑ σε επίπεδο ΕΕ, διαθέσιμη σε όλες τις γλώσσες, την οποία θα μπορούν να επιλέξουν να χρησιμοποιήσουν οι επιχειρήσεις αλλά την οποία θα πρέπει να αποδέχονται όλα τα κράτη μέλη, θα μπορούσε να αποτελέσει τρόπο μείωσης του κόστους συμμόρφωσης και έχει προταθεί τελευταία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Εάν η πλήρης εναρμόνιση δεν ενδείκνυται, θα μπορούσαν ωστόσο να περιοριστούν οι διαφορές μεταξύ των κρατών – μελών με τον καθορισμό, σε επίπεδο ΕΕ, ενός εξαντλητικού καταλόγου τυποποιημένων υποχρεώσεων ΦΠΑ που θα μπορούν να επιβάλλουν τα κράτη μέλη. Ο εκ των προτέρων καθορισμός ενός συνόλου υποχρεώσεων θα μπορούσε να διευκολύνει και την επεξεργασία τους από τα συστήματα Τεχνολογιών Πληροφορικής.

Αυτές είναι οι κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίζονται σήμερα από την ΕΕ στον τομέα του ΦΠΑ. Επιπλέον, οι προκλήσεις αυτές πρέπει να αντιμετωπιστούν εντός του πλαισίου της ενιαίας αγοράς, το οποίο διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών και των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών, όπως θεσπίστηκε το 1993 με την κατάργηση των φορολογικών ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της ΕΕ.

Στόχος, λοιπόν της Πράσινης Βίβλου για το μέλλον του ΦΠΑ στην Ευρώπη, είναι να ξεκινήσει μια ευρεία διαδικασία διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη για τη λειτουργία του ισχύοντος συστήματος ΦΠΑ και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αναμορφωθεί το εν λόγω σύστημα στο μέλλον, με στόχο να γίνει απλούστερο, ισχυρότερο και αποτελεσματικότερο και να συμβάλει περισσότερο στην επιδιωκόμενη απ’ όλους ανάπτυξη στην ΕΕ.

 

 

Σταρρά  Ελένη – Στυλιανή, M.Sc.

Επικεφαλής του Κέντρου Ευρωπαϊκής

Πληροφόρησης Europe Direct – Ε.Β.Ε.Α.

—————————————————

Ακαδημίας 7, Αθήνα, 5ος όροφος

Τηλ.: 210 3615059, 210 3382481

E-mail: europedirect@acci.gr

Site: http://europedirect.acci.gr