Ομιλία του πρώτου Αντιπροέδρου κ. Frans Timmermans στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, 30/10/2017

Η ομιλία εκφωνήθηκε κατά τη διάρκεια της αναγόρευσης του πρώτου Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Frans Timmermans σε επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης της  Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

«Προτού έρθω στην Αθήνα, ήμουν στη Ρώμη για ένα συνέδριο στο Βατικανό. Έμεινα σε ένα ξενοδοχείο στην Πιάτσα Ντέλα Μινέρβα, με θέα τον οβελίσκο πίσω από τον ελέφαντα του Μπερνίνι και μπροστά από το πρώην κέντρο του τάγματος των Δομινικανών μοναχών, στο σημείο όπου δικάστηκε ο Γαλιλαίος. Έζησα στη Ρώμη ως έφηβος και η πόλη μπήκε στην καρδιά μου για πάντα. Στην είσοδο του ξενοδοχείου στέκει ένα τεράστιο αντίγραφο του αγάλματος της Μινέρβα, ας την αποκαλέσουμε εδώ Αθηνά, προτού θυμώσει που αποκαλείται με ξενικό όνομα στην ίδια της την πόλη. Βλέποντας το άγαλμα και με τον νου μου στη συνάντησή μου μαζί σας, σκέφτηκα ξαφνικά ότι σχεδόν όλοι όσοι προερχόμαστε από τη δική μου πλευρά της Ευρώπης κοιτάζουμε την ελληνική αρχαιότητα μέσα από ρωμαϊκό πρίσμα. Όχι μόνο διότι οι Ρωμαίοι «υιοθέτησαν» τόσα πολλά ελληνικά στοιχεία, αλλά κι επειδή στη συνέχεια προέβαλαν τόσα  πολλά ρωμαϊκά στοιχεία στους Έλληνες. Και είτε η επανεισαγωγή μας στον ελληνικό κόσμο, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, έγινε από τον Έρασμο είτε από τον Τόμας Μορ, είχε ρωμαϊκό άρωμα, και εννοώ τόσο την κλασική όσο και την ιερατική Ρώμη (του κλήρου).

Αναντίρρητα, η «Ρώμη» με όλες της τις μορφές είναι το σημαντικότερο και ένα από τα μεγαλύτερα σε διάρκεια «ιζήματα» που οι ποταμοί της ιστορίας έχουν εναποθέσει στην ήπειρό μας. Πολλοί είναι οι λόγοι που συνέβη αυτό και με χαρά θα ξαναρθώ μια μέρα να μιλήσω σχετικά. Το ότι αρχίζω με τη Ρώμη θα μπορούσε να σοκάρει το ελληνικό ακροατήριό μου απόψε. Αυτή είναι και η πρόθεσή μου, άλλωστε! Διότι εάν προέρχεστε απ’ όπου εγώ και πολλοί άλλοι ευρωπαίοι προερχόμαστε, τότε έχετε ανατραφεί γνωρίζοντας ότι για να φτάσεις στην Αθήνα, πρέπει να περάσεις από τη Ρώμη. Σήμερα ωστόσο επιθυμώ ν’ αφήσω λίγο πίσω μου τούτη την κληρονομιά και να μιλήσω για ορισμένα από τα πράγματα που ο ελληνικός κόσμος έχει προσφέρει στη διαμόρφωσή μας – με την ανατομική σημασία της λέξης. Φανταστείτε για μια μόνο στιγμή ότι κοιτάζουμε τον κόσμο μας πριν από άνοδο της Ρώμης. Τι θα κρατούσαμε από αυτόν για τη σημερινή Ευρώπη μας;

Επιτρέψτε μου ν’ αρχίσω με ένα γενικότερο σχόλιο για τον ρόλο της ιστορίας στη σύγχρονη πολιτική. Η ιστορία θα έπρεπε να αποτελεί πηγή έμπνευσης και δέους, σαν ένα μουσείο με ατελείωτους διαδρόμους και πολλά θησαυροφυλάκια που πρέπει να ξεκλειδωθούν και να εξερευνηθούν. Ανακαλύπτουμε και αφομοιώνουμε ξανά και ξανά: κάθε φορά που μαθαίνουμε, προσαρμόζουμε, αναπροσαρμόζουμε. Η ιστορία θα πρέπει να είναι η δασκάλα μας, να μας βοηθά ν’ αποφεύγουμε λάθη του παρελθόντος, να κάνουμε καλύτερες επιλογές για το μέλλον. Αλλά η ιστορία δεν θα πρέπει ποτέ να γίνει αφέντης μας, να μας πιάνει απ’ τον λαιμό και  να μας εμποδίζει να δούμε καθαρά τον δρόμο για το μέλλον. Ούτε θα πρέπει η ιστορία να γίνει δούλος μας, να την κακομεταχειριζόμαστε και να την στέλνουμε να κάνει τη βρώμικη δουλειά όταν ψάχνουμε δικαιολογία για την επόμενη αντιπαράθεση με τους γείτονές μας ή με όσους θεωρούμε αντιπάλους. Η άγνοια της ιστορίας είναι κακή, διότι γίνεσαι δέσμιος του «εδώ και τώρα», αποκτάς σύνδρομο εγκλεισμού. Η παραχάραξη της ιστορίας είναι ακόμη χειρότερη, διότι γίνεσαι όμηρος ψεμάτων και επιρρεπής σε σφάλματα όταν χαράζεις την πορεία για το μέλλον. Η χειραγώγηση της ιστορίας συμβαδίζει με την παραχάραξή της. Μετατρέπει τον άνθρωπο σε κύκλωπα: τυφλό σε πράγματα ακίνητα, έτοιμο να του βγει το μάτι από κίνδυνο που απλώς δεν είδε.

Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να λάβουμε υπόψη. Η απόσταση βοηθάει. Η χρονική και η συναισθηματική απόσταση, that is. Εάν κάποιος είναι πολύ κοντά σε ιστορικά γεγονότα, ή πολύ άμεσα εμπλεκόμενος, η ψύχραιμη ανάλυση είναι πολύ δύσκολη. Γι’ αυτό είμαι μαθητής του Θουκυδίδη. Οι επικριτές του τον αποκαλούσαν κυνικό. Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω. Ήταν σκεπτικιστής, πράγμα που θεωρώ απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε ιστορικό. Μου αρέσουν οι ιστορικοί που ελέγχουν διπλά, που κοιτάζουν τους αριθμούς και ερευνούν και που δεν εμπιστεύονται ανεξακρίβωτες μαρτυρίες.

Να γιατί μου αρέσει μια ξενάγηση στον Πελοποννησιακό πόλεμο από τον Θουκυδίδη. Κι αυτή τη φορά, ας μην προσηλωθούμε στα στρατιωτικά, αλλά ας ρίξουμε μια ματιά σε πράγματα όπως οι μακροοικονομικοί δείκτες, η πολιτική και η κοινωνική οργάνωση, το εμπόριο, η εσωτερική αγορά, η κοινοτική μέθοδος. Προτού ανακύψει αυτή η μεγάλη αντιπαλότητα ανάμεσα στην Αθήνα και στη Σπάρτη, η Ελληνική Οικονομική Κοινότητα γνώριζε ήδη αρκετή επιτυχία. Παρακαλώ να φανείτε υπομονετικοί μαζί μου και να μου συγχωρήσετε τούτο το λογοπαίγνιο. Ελληνικές πόλεις, μεγάλες και μικρές υπήρχαν διάσπαρτες σ’ ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου κι ανθούσαν σαν λουλούδια με διαφορετικό χρώμα κι άρωμα το καθένα. Είχαν διαφορετικά πολιτεύματα: από δημοκρατία μέχρι ολιγαρχία, ακόμη και τυραννία. Όλες συνδέονταν μεταξύ τους με  εμπόριο, με συμμαχίες, πολιτιστικές ανταλλαγές, επιστημονική περιέργεια. Βήμα-βήμα ανέπτυξαν ένα οικονομικό μοντέλο που βασιζόταν στην εξειδίκευση και μια στοιχειώδη εσωτερική αγορά. Στα πολιτικά και στα πολιτιστικά πράγματα προτιμούσαν μια μορφή επικουρικότητας: στον βαθμό που δεν θίγονταν οι συμφωνίες εξειδίκευσης και εμπορίου, άρα ούτε θίγονταν άλλοι, οι πόλεις είχαν την ελευθερία να κάνουν τις επιλογές τους. Αυτό οδήγησε σε μακρά περίοδο σταθερότητας, οικονομικής προόδου, καθώς και πολιτιστικής άνθησης και τεχνολογικής εξέλιξης. Δεν χρειαζόταν κεντρική διαχείριση για να λειτουργήσει εκείνο μοντέλο. Είναι βέβαια ένα στοιχείο που δεν πέρασε μέσα από το ρωμαϊκό πρίσμα που μας προσφέρθηκε όταν κοιτούσαμε τον ελληνικό κόσμο. Παραμένει όμως ένα σημαντικό δίδαγμα για τη σύγχρονη εποχή: η περίοδος που ο καθηγητής του Στάνφορντ Tζοσάια Όμπερ αποκαλεί άνθηση της κλασσικής Ελλάδας προέκυψε χωρίς κεντρική κυβέρνηση ή επιβολή δύναμης. Κατέστη δυνατή διότι είχαν κατανοήσει ορθά τα κοινά τους συμφέροντα όλες εκείνες οι διάσπαρτες πόλεις, οι μεγάλες και μικρές, με τις τόσες διαφορές πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, που στηρίζονταν εντούτοις στην αίσθηση ότι ανήκαν σε μια ελληνική κοινότητα.

Το εν λόγω μοντέλο υπέστη πιέσεις όταν δεν γνώριζαν όλοι  την ίδια επιτυχία. Δυο αντίθετα και συγκρουόμενα οράματα κοινωνίας άρχισαν να ανταγωνίζονται. Μια από τις πρώτες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις στον κόσμο γεννήθηκε ακριβώς εδώ, ανάμεσα στην Αθήνα και στη Σπάρτη. Όχι δίχως να μπορεί να συγκριθεί με την ιδεολογική αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου. Η μια είδε την πολυμορφία ως πλεονέκτημα, τη συμμετοχή στην εξουσία και στην επιρροή με τη μορφή εκλογής ηγετών και κριτών ως εμβολιασμό κατά του δεσποτισμού. Σε γενικές γραμμές – και στο τελείως διαφορετικό πλαίσιο εκείνης της εποχής – το να τεθούν στο επίκεντρο τα δικαιώματα του κάθε πολίτη, έδωσε τη δυνατότητα σε όλους τους πολίτες να μετέχουν στην ευημερία του συνόλου της κοινότητας. Έχοντας πάντα κατά νου πως όταν μιλούμε για «πολίτες» εκείνον τον καιρό, εξαιρούμε τις γυναίκες, τους δούλους και όσους δεν ήταν υπήκοοι της πόλης (non-citizens). Διαφέρει από τη δική μας ιδέα για την κοινότητα ως σύνολο. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αρχαιοελληνική προσέγγιση δημιούργησε μιαν αίσθηση αλληλεγγύης που θα εξυπηρετούσε την Αθήνα στον επερχόμενο πόλεμο. Η Σπάρτη είχε διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Εδώ, το συμφέρον της κοινότητας, της πόλεως, προηγείτο από τις ανάγκες των ατόμων. Η πόλις θεωρείτο οργανισμός και ο λαός υπηρέτες του, πράγμα που έδωσε τη δυνατότητα στη Σπάρτη να αναπτύξει τεράστια στρατιωτική δύναμη και στρατηγικό σκοπό.

Ο Θουκυδίδης γράφει για τις παραμονές του Πελοποννησιακού πολέμου με τρόπο που καταδεικνύει αυτήν την ιδεολογική αντιπαράθεση και πώς αντέδρασαν οι άλλες πόλεις. Οι Κορίνθιοι άρχισαν να διερωτώνται όσον αφορά τη συμμαχία τους με τη Σπάρτη από καθαρά ρεαλιστική και πρακτική άποψη. Παρατήρησαν ότι το πολιτικό μοντέλο που είχαν επιλέξει οι Αθηναίοι απλώς είχε καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα. Περισσότερο άνοιγμα, περισσότερο – για να το θέσουμε με σύγχρονους όρους που ενδέχεται να σοκάρουν τους ιστορικούς – «κράτος δικαίου», περισσότερη ανάπτυξη, περισσότερο εμπόριο, περισσότερα κέρδη. Καταλόγισαν στη Σπάρτη συντηρητισμό, απροθυμία ανάληψης κινδύνου, στασιμότητα και τη συνέδεσαν με το αυταρχικό της μοντέλο. Αυτό, επισημαίνει ο Θουκυδίδης, φρίκαρε τους Σπαρτιάτες (freaked out the Spartans), οι οποίοι προφανώς  δεν ανταποκρίνονταν και απολύτως στο πρότυπο που έθεσε ο Τζέραλντ Μπάτλερ στην κινηματογραφική επιτυχία «Οι 300». Οπότε η Σπάρτη έκανε ό,τι κάνουν συνήθως τα έθνη όταν φοβούνται ότι επέρχεται παρακμή: ρίχτηκε σε έναν πόλεμο που ήξερε ότι δεν την πολυσυνέφερε. Όταν το να βλάψεις τον αντίπαλο γίνεται σημαντικότερο από το να εξυπηρετήσεις τα συμφέροντά σου, η απελπισία αναλαμβάνει τη λήψη αποφάσεων.

Και η Αθήνα ωστόσο πήρε ένα οδυνηρό μάθημα, μερικά χρόνια αργότερα. Επικράτησε η Ύβρις όταν λήφθηκε η απόφαση να εκστρατεύσουν κατά των Συρακουσών. Οι συνετές στρατιωτικές συμβουλές και τα απλά γεγονότα σχετικά με την ισχύ του αντιπάλου αγνοήθηκαν και η Αθήνα ενεπλάκη σε μια εκστρατεία με ολέθρια αποτελέσματα. Ακόμη κι αν το διοικητικό και το κοινωνικό σου μοντέλο είναι επιτυχημένο και ελκυστικό, ποτέ δεν θα πρέπει να αποτελέσει δικαιολογία για να ενεργήσεις απερίσκεπτα με άγνοια κινδύνου.

Στο βιβλίο του Η άνοδος και πτώση της κλασικής Ελλάδας ο καθηγητής Όμπερ μας προσφέρει διεξοδική ανάλυση του ελληνικού θαύματος που διήρκεσε αιώνες. Επισημαίνει τους λόγους πολύ πιο εμπεριστατωμένα και εύγλωττα απ’ όσο θα μπορούσα ποτέ, αλλά προσπάθησα να τους εξηγήσω καθαρά και ελπίζω να απέδωσα επαρκώς το εντυπωσιακό έργο του και τον τεράστιο αριθμό αποδεικτικών στοιχείων. Γιατί λοιπόν όλα αυτά έλαβαν τέλος; Γιατί οι Μακεδόνες κατάφεραν να κυριαρχήσουν με τόση ευκολία; Η διερεύνηση του ζητήματος αυτού είναι τόσο συναρπαστική όσο η παρακολούθηση της ανόδου στην κορυφή της επιτυχίας και η παραμονή εκεί για αιώνες (as fascinating as following the climbing of the charts and being on top for centuries). Διότι με στρατιωτικούς όρους οι Μακεδόνες κυριάρχησαν σαφώς και αυτό υπήρξε τεράστιο πλήγμα στις πόλεις κράτη όπως η κλασική Αθήνα. Όμως η δημοκρατία και το κράτος δικαίου αποδείχθηκαν πολύ πιο ανθεκτικά απ’ όσο θα φανταζόταν κανείς και ακόμη και στους ελληνιστικούς χρόνους, μέχρι περίπου τη ρωμαϊκή κατάκτηση τουλάχιστον οι μισές ελληνικές πόλεις διοικούνταν δημοκρατικά, σύμφωνα με νόμους τους οποίους τηρούσαν ακόμη και οι πλέον ισχυροί. Σίγουρα, ο μακεδονικός θαυμασμός για την ελληνική παιδεία και ιστορία συνετέλεσε κατά πολύ σε αυτό. Οι Μακεδόνες ηγέτες εκπαιδεύονταν από Έλληνες ως Έλληνες, οπότε δεν υπήρχε πολιτισμική απόσταση ούτε αισθήματα ανωτερότητας. Αισθάνονταν συγγενές έθνος. Όπως και να ’χει, οι βασιλείς άφηναν τις πόλεις ήσυχες εφόσον πλήρωναν φόρους και παρείχαν στρατιώτες. Μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι η κλασική Ελλάδα δεν είδε την έλευση των Μακεδόνων. Ούτε που τους πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί και να υπήρχε κάποιος που μπορούσε να προσαρμόζεται καλύτερα στις νέες τεχνολογικές εφευρέσεις, στρατιωτικές και μη. Ίσως ήταν τόσο πεπεισμένοι για την ανωτερότητα του δικού τους μοντέλου και ένιωθαν τόσο άνετα με τα πράγματα ως είχαν, που έχασαν την περιέργεια για νέα πράγματα.

Όπως είπα, όλα αυτά τα αντιληφθήκαμε μέσα από το ρωμαϊκό πρίσμα και κατά τη γνώμη μου αποκτούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για εμάς εάν τολμήσουμε να τα κοιτάξουμε με τρόπο αμεσότερο, δίχως φίλτρα. Ναι, η κλασική Ελλάδα αποδείχθηκε αθάνατη, από πολιτισμική άποψη, από λογοτεχνική άποψη, μα πάνω απ’ όλα από πολιτική άποψη. Κατά τις χιλιετίες που θα ακολουθούσαν, όταν η δημοκρατία απουσίαζε από τον κόσμο μας και το κράτος δικαίου ήταν στην καλύτερη περίπτωση μια περιστασιακή απολαβή (occasional οtreat), η ελληνική δημοκρατική μοναδικότητα παρέμεινε μια δυνατότητα που είχε αποδείξει την αξία της δια μέσου των αιώνων. Και ακριβώς όταν οι ευρωπαίοι ήταν σε θέση να επαναφέρουν τη διακυβέρνηση με βάση τα αναφαίρετα δικαιώματα των ατόμων, που κατοχυρώνονται στο κράτος δικαίου, που δημιούργησε η δημοκρατία, αγγίξαμε τα υψηλότερα επίπεδα ανάπτυξης, από πολιτισμική, οικονομική, τεχνολογική και θα έλεγα ακόμη και από ηθική άποψη.

Την ίδια στιγμή υπάρχει άλλο ένα ισχυρό δίδαγμα εδώ. Ακόμη και το επιτυχέστερο σύστημα ποτέ δεν είναι αυτοδύναμο και άτρωτο. Μετά από αιώνες δημοκρατίας, μπορούν να ακολουθήσουν αιώνες απολυταρχίας. Εάν δεν είσαι σε επιφυλακή, δεν προσαρμόζεσαι στις νέες συνθήκες, εάν χάσεις τη σφοδρή επιθυμία «όλα να τα μαθαίνεις» και πέσεις στην παγίδα ότι «τα ξέρεις όλα», μπορεί να τα χάσεις όλα. Το παράδειγμα της κλασικής Ελλάδας  δείχνει καθαρά ότι στην ιστορία η οπισθοδρόμηση είναι πιθανή. Επίσης δείχνει ότι ο φόβος της οπισθοδρόμησης μπορεί να σε σπρώξει στις πιο φριχτές επιλογές οι οποίες χειροτερεύουν παρά βοηθούν την κατάσταση. Πιστεύω ότι έχω κατανοήσει σωστά τον δάσκαλό μου τον Θουκυδίδη, όταν συμπεραίνω ότι το να είσαι επιφυλακτικός/σκεπτικιστής, φιλέρευνος, περίεργος, ενδελεχής και ποτέ εφησυχασμένος είναι η σωστή στάση για να διδάσκεσαι από το παρελθόν ώστε να είσαι καλύτερα προετοιμασμένος για το μέλλον. Δεν είναι αυτό ένα δίδαγμα που μπορούμε όλοι να χρησιμοποιήσουμε καλά στη δική μας την Ευρώπη;

Επιτρέψτε μου να κλείσω με έναν από τους αγαπημένους μου ποιητές, τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Πολλοί από εμάς θα γνωρίζουν το ποίημά του Ιθάκη. Ως έφηβος, είχα μάλλον εντυπωσιαστεί από το ποίημα αυτό περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο. Λόγω του υπέροχου μαθήματος ζωής που προσφέρει. Σε νεαρή ηλικία άρχισα να αισθάνομαι έντονη τη σαγήνη της Οδύσσειας και ο Οδυσσέας μου είχε εξάψει το ενδιαφέρον. Θα έφτανε ποτέ στην Ιθάκη; Κι ύστερα έρχεται ο Καβάφης και μου λέει ότι το φθάσιμο στο σπίτι δεν είναι η ανταμοιβή: η ανταμοιβή είναι το ταξίδι, τα όσα κέρδισες στον δρόμο. Εύχομαι σε όλους τους νέους να λάβουν τούτο το ισχυρό δίδαγμα από τον Καβάφη. Και από τις παρατηρήσεις του για τον Ποσειδώνα: «Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, (…) δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.» Καλύτερα να τους κοιτάξεις κατάματα και να συνεχίσεις τα σχέδιά σου ατάραχος. Πολλά χρόνια αργότερα, πάλι με εξέπληξε ένα ποίημα του Καβάφη. Λέγεται Η Πόλις. Και το μήνυμά του είναι εξίσου ισχυρό. Μπορεί κάποιος να επιλέξει να δραπετεύσει σε άλλη πόλη, αλλά ποτέ δεν μπορεί να ξεφύγει από τη δική του εσωτερική πόλη. Όπου και να πας, τα συναισθήματά σου καλά και άσχημα θα σε ακολουθούν. Είναι μια υπέροχη προειδοποίηση ενάντια στην παγίδα της φυγής από την πραγματικότητα και της νοσταλγίας. Μια προειδοποίηση που εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη, τώρα που η αυταπάτη της εθνικιστικής φυγής ξαναεμφανίζεται στις κοινωνίες μας.

Έχουμε τόσα πολλά να κάνουμε, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε πάμπολλες και τεράστιες, το να επαναπαυτούμε στις δάφνες μας μόνο θα επιταχύνει την πτώση. Αλλά η κλασική Ελλάδα μας διδάσκει, η ευρωπαϊκή άνθηση θα παραμείνει εφικτή για τους επόμενους αιώνες εάν διατηρήσουμε τον ανοιχτό χαρακτήρα μας, την περιέργεια, τη δυσαρέσκεια για το πώς είναι τα πράγματα και την προθυμία να τα κάνουμε καλύτερα συνεργαζόμενοι με όλους όσοι συμμερίζονται τις αξίες μας.

 

Σας ευχαριστώ»