Το Όραμα της Ενωμένης Ευρώπης και η σημασία της 9ης Μαΐου – Ημέρα της Ευρώπης – στην Ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

euΣτην ιστορική πορεία της Ευρώπης δημιουργήθηκε και κατά καιρούς μεγαλούργησε η Ευρωπαϊκή Ιδέα. Υπήρξαν φωτισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι οραματίστηκαν την ευρωπαϊκή ιδέα και προσπάθησαν να την υλοποιήσουν. Το περιεχόμενο της ιδέας αυτής ήταν η παγίωση της ειρήνης και της ασφάλειας στη γηραιά ήπειρο. Προέβαλε το όραμα της ειρηνικής διευθέτησης των υποθέσεων της Ευρώπης και το τέλος των αιματηρών και εξοντωτικών πολέμων. Ήταν η απάντηση ειρήνης, το αντίβαρο του πολέμου.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε για να τεθεί τέλος στους συχνούς και αιματηρούς πολέμους μεταξύ των γειτονικών ευρωπαϊκών χωρών που κατέληξαν στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ήδη από το 1950, με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), αρχίζει η ένωση των ευρωπαϊκών χωρών σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο με στόχο τη διασφάλιση διαρκούς ειρήνης. Τα έξι ιδρυτικά μέλη είναι το Βέλγιο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες.

«Δεν θα υπάρξει ειρήνη για την Ευρώπη, αν τα κράτη συνεχίζουν να βασίζονται στην εθνική κυριαρχία. Οι χώρες της Ευρώπης είναι πολύ μικρές για να εγγυηθούν στους πολίτες τους την αναγκαία ευημερία και την κοινωνική πρόοδο. Τα κράτη της Ευρώπης θα πρέπει να επιλέξουν τη συνεργασία και την ομοσπονδιακή μορφή…», έλεγε ο γάλλος πολιτικός Ρομπέρ Σουμάν, διαπρεπής νομικός και Υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας από το 1948-1952, ο οποίος θεωρείται ως ο «αρχιτέκτονας» του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Ο Ρομπέρ Σουμάν, σε συνεργασία με τον Ζαν Μονέ, γάλλο οικονομικό και πολιτικό σύμβουλο και εμπνευστή του παγκοσμίως γνωστό «Σχεδίου Σουμάν», προέβλεψαν τη συγχώνευση της βαριάς βιομηχανίας της Δυτικής Ευρώπης. Ο στόχος ήταν η ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης, με το σκεπτικό ότι οι χώρες που συνδέονται με εμπορικές συναλλαγές δημιουργούν μεταξύ τους οικονομικές αλληλεξαρτήσεις, κάτι που ελαχιστοποιεί το ενδεχόμενο συγκρούσεων.

Το «Σχέδιο Σουμάν», δημοσιεύθηκε στις 9 Μαΐου του 1950, ημερομηνία που αναγράφεται πλέον στη ληξιαρχική πράξη γέννησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το «Σχέδιο Σουμάν», πρότεινε τον από κοινού έλεγχο της παραγωγής άνθρακα και χάλυβα, που ήταν οι σημαντικότερες πρώτες ύλες για την πολεμική βιομηχανία. Σκοπός του σχεδίου, ήταν να πάψουν τα κράτη να ασκούν κυριαρχικά δικαιώματα στους πόρους που διαδραμάτισαν ζωτικό ρόλο στους παγκόσμιους πολέμους – δηλ. τον άνθρακα και το χάλυβα – ούτως ώστε να διασφαλιστεί διαρκής ειρήνη.

Στην πρόταση «Σουμάν» ανταποκρίνονται θετικά, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, αλλά και η Ιταλία. Έτσι γεννιέται η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), με τη «Συνθήκη των Παρισίων», στις 18 Απριλίου 1951 και πρώτο Πρόεδρο τον Ζαν Μονέ. Οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι, Γερμανία και Γαλλία, βρίσκονται μετά από αιώνες στο ίδιο στρατόπεδο.

Αυτή η πρώτη Συνθήκη έχει ως άμεσο στόχο τη θέσπιση κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα, που αποτελούσαν την εποχή εκείνη στρατηγικής σημασίας πρώτες ύλες. Αποσκοπεί, επίσης,  στην εγκαθίδρυση μιας οικονομικής και σταδιακά πολιτικής κοινότητας. Η Συνθήκη, η οποία προβλέπει τη σύσταση μίας Ανώτατης Αρχής, μίας κοινής Συνέλευσης, ενός ειδικού Συμβουλίου Υπουργών και ενός Δικαστηρίου, αποτελεί προπομπό του θεσμικού συστήματος της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σκοπός της Συνθήκης είναι να συμβάλει στην οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής μέσω της υλοποίησης των οικονομικών στόχων. Τα υπογράφοντα κράτη διακηρύσσουν την αποφασιστικότητά τους «να θέσουν τις βάσεις μιας διαρκώς στενότερης ένωσης των ευρωπαϊκών λαών» που αποτελεί προοίμιο της Συνθήκης ΕΟΚ.

Η επιτυχία της ΕΚΑΧ, οδηγεί τις έξι συνιδρύτριες χώρες, στη διεύρυνση της συνεργασίας τους και στην υπογραφή της «Συνθήκης της Ρώμης», στις 25 Μαρτίου του 1957. Με τη συνθήκη αυτή εγκαθιδρύονται δύο νέοι θεσμοί:

– Η «Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας – (ΕΚΑΕ)», η οποία θέτει υπό κοινό έλεγχο την ειρηνική χρήση της ατομικής ενέργειας, στο πρότυπο της ΕΚΑΧ και

– Η «Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα – (ΕΟΚ)», η οποία αποτελεί την πρώτη μορφή τελωνειακής ένωσης, μεταξύ των έξι χωρών που συμμετέχουν, καθώς, βασίζεται σε ελεύθερες διασυνοριακές συναλλαγές με την κατοχύρωση “τεσσάρων ελευθεριών”, όπως ελεύθερη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και ανθρώπων.

Οι τρεις παραπάνω «Κοινότητες», ΕΟΚ, ΕΚΑΕ και ΕΚΑΧ, συγχωνεύτηκαν στις 8 Απριλίου του 1965, στην «Ευρωπαϊκή Κοινότητα», η οποία στη συνέχεια διευρύνθηκε με τη συμμετοχή και άλλων κρατών – μελών και από την 1η Ιανουαρίου του 1993, τίθεται σε ισχύ η «Ενιαία Αγορά».

Στις 7 Φεβρουαρίου του 1992, υπογράφεται η «Συνθήκη του Μάαστριχ», η οποία τίθεται σε ισχύ την 1η Νοέμβρη του 1993. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα στην ιστορία της ΕΕ, με το οποίο θεσπίζονται σαφείς κανόνες για το μελλοντικό ενιαίο νόμισμα, την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας, καθώς και τη στενότερη συνεργασία σε θέματα δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων. Σύμφωνα με τη «Συνθήκη του Μάαστριχ», η «Ευρωπαϊκή Κοινότητα», μετονομάζεται σε «Ευρωπαϊκή Ένωση».

Με τη Συνθήκη αυτή ιδρύεται Ευρωπαϊκή Ένωση διαρθρωμένη σε τρεις πυλώνες: τις τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (ΕΚ), την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) και τη συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων (ΔΕΥ).

Οι κοινοτικές αρμοδιότητες διευρύνονται στους τομείς του περιβάλλοντος, της έρευνας, της βιομηχανίας και της πολιτικής συνοχής. Στον νομοθετικό τομέα, η καθιέρωση της διαδικασίας συναπόφασης παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την εξουσία να εκδίδει νομοθετικές πράξεις από κοινού με το Συμβούλιο. Οι διαδικασίες σύμφωνης γνώμης και συνεργασίας επεκτείνονται σε νέους τομείς, όπως και η ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο ιδρύθηκε το 1975, καθίσταται το πέμπτο ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο, και δημιουργείται η Επιτροπή των Περιφερειών.

Ενσωματώνονται και αναπτύσσονται οι μηχανισμοί και το κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας, σημειώνοντας τα πρώτα βήματα προς μια κοινή πολιτική στους τομείς της ασφάλειας και της άμυνας. Επίσης, η Συνθήκη περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, τη δημιουργία της Ευρωπόλ, τη θέσπιση κοινής πολιτικής ασύλου, την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές και αστικές υποθέσεις.

Στις 29 Μαρτίου 1996, συγκαλείται νέα ΔΚΔ στο Τορίνο προκειμένου να προετοιμάσει την αναθεώρηση των Συνθηκών. Μετά την ολοκλήρωση της εν λόγω διάσκεψης, στις 2 Οκτωβρίου 1997 υπογράφεται η Συνθήκη του Άμστερνταμ η οποία τίθεται σε ισχύ την 1η Μαΐου 1999. Στόχος της νέας Συνθήκης είναι η προσαρμογή των θεσμικών οργάνων και της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Σηματοδοτεί, επίσης, τη θέληση των κρατών μελών να φέρουν την Ένωση πιο κοντά στους πολίτες, και για τον σκοπό αυτό περιλαμβάνει διατάξεις σε θέματα διαφάνειας. Επίσης, δίνει έμφαση στις έννοιες της βιώσιμης ανάπτυξης και της ισότητας ανδρών και γυναικών, ενώ οι αρχές του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου κατοχυρώνονται ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την προσχώρηση στην ΕΕ.

Οι εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διευρύνονται ακόμη περισσότερο με την επέκταση της διαδικασίας συναπόφασης σε νέους τομείς και τη δυνατότητα έγκρισης ή απόρριψης του διορισμού του υποψήφιου προέδρου της Επιτροπής.

Το 1998 αρχίζει νέα ΔΚΔ για την αναθεώρηση των Συνθηκών αμέσως μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων προσχώρησης με τις υποψήφιες χώρες της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης.

Η Συνθήκη της Νίκαιας υπογράφεται στις 26 Φεβρουαρίου 2001 και τίθεται σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2003. Η Συνθήκη αυτή τροποποιεί εκ νέου τις θεσμικές διατάξεις, ενόψει της διεύρυνσης της Ένωσης σε 25 μέλη.

Η «δήλωση για το μέλλον της Ένωσης» που προσαρτάται στη Συνθήκη της Νίκαιας προβλέπει τη σύγκληση ΔΚΔ το 2004. Κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάκεν, τον Δεκέμβριο του 2001, συγκαλείται Συνέλευση για το μέλλον της Ευρώπης, προκειμένου να καταρτίσει έγγραφο «που θα χρησιμοποιηθεί ως βάση για τις συζητήσεις της Διακυβερνητικής Διάσκεψης Giscard d’Estaing, η οποία κατάρτισε και πρότεινε σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης. Η Συνθήκη αυτή, η οποία καταρτίστηκε μετά από διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο νέας ΔΚΔ μεταξύ 2003 και 2004, υπεγράφη στις 29 Οκτωβρίου 2004 στη Ρώμη.

Καταργεί τις προηγούμενες Συνθήκες —εκτός από τη Συνθήκη Ευρατόμ— και τις αντικαθιστά με ενιαίο

κείμενο συνταγματικού χαρακτήρα. Ωστόσο, μετά τα αρνητικά αποτελέσματα του δημοψηφίσματος της 29ης Μαΐου 2005 στη Γαλλία και της 1ης Ιουνίου 2005 στις Κάτω Χώρες, διακόπηκε η διαδικασία επικύρωσης.

Δεδομένου ότι η Συνταγματική Συνθήκη δεν μπόρεσε να τεθεί σε ισχύ, το 2007 άρχισαν νέες διαπραγματεύσεις οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή, στις 13 Δεκεμβρίου 2007, και στην έναρξη ισχύος, την 1η  Δεκεμβρίου 2009, της Συνθήκης της Λισαβόνας.

Στόχος της Συνθήκης της Λισαβόνας είναι η βελτίωση της θεσμικής αποτελεσματικότητας και η ενίσχυση του δημοκρατικού χαρακτήρα της Ένωσης. Η Ένωση βασίζεται στο εξής σε δύο Συνθήκες: τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η οποία αντικαθιστά τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η ΕΕ αποκτά νομική προσωπικότητα και δύο νέα θεσμικά όργανα: την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με πρόεδρο που εκλέγεται για δυόμισι χρόνια. Η διάρθρωση σε πυλώνες που προβλεπόταν στη Συνθήκη του Μάαστριχτ καταργείται. Ο κανόνας ψηφοφορίας στο Συμβούλιο τροποποιείται με την καθιέρωση του συστήματος της διπλής πλειοψηφίας, των κρατών μελών και του πληθυσμού.

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως συνομοθέτη με το Συμβούλιο ενισχύεται λόγω της καθιέρωσης της συναπόφασης ως συνήθους νομοθετικής διαδικασίας. Η Συνθήκη περιλαμβάνει σύνολο διατάξεων που έχουν στόχο να ενισχύσουν τον δημοκρατικό χαρακτήρα της Ένωσης. Εκτός από την ενίσχυση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πρόκειται ιδίως για διατάξεις σχετικά με τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και τη συμμετοχή των πολιτών, για παράδειγμα, μέσω της πρωτοβουλίας πολιτών.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας αποδίδει στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης την ίδια νομική ισχύ με τις Συνθήκες. Για πρώτη φορά, προβλέπεται η δυνατότητα αποχώρησης κράτους μέλους: «Κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να αποχωρήσει από την Ένωση, σύμφωνα με τους εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες».

Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πολλοί ήταν οι οραματιστές ηγέτες που ακολούθησαν το ευρωπαϊκό όραμα του Ρομπέρ Σουμάν και του Ζαν Μονέ και ενέπνευσαν στη συνέχεια και άλλους για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτοί, θεωρούνται ως οι «Πατέρες της ΕΕ», όπως ο Κόνραντ Αντενάουερ – Γερμανία, ο Γιόζεφ Μπεχ – Λουξεμβούργο, ο Γιόχαν Βίλεμ Μπέγιεν – Κάτω Χώρες, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ – Ηνωμένο Βασίλειο, ο Αλτσίντε ντε Γκάσπερι – Ιταλία, ο Βάλτερ Χάλσταϊν – Γερμανία, ο Σίκο Μάνσχολτ – Κάτω Χώρες, ο Πωλ Ανρί Σπάακ – Βέλγιο και ο Αλτιέρο Σπινέλι – Ιταλία.

Οι πρωτοπόροι αυτοί εκφραστές της ευρωπαϊκής ιδέας κατάφεραν να σπείρουν για τις επόμενες γενιές.

Χωρίς την ενεργητικότητα και την κινητοποίησή τους, δεν θα κυριαρχούσε η ειρήνη και η σταθερότητα που θεωρούμε δεδομένη στην σημερινή πραγματικότητα. Από αντιστασιακοί μέχρι δικηγόροι και πολιτικοί, οι ιδρυτές της ΕΕ συνιστούσαν μια ποικιλόμορφη ομάδα ανθρώπων που όμως διαπνέονταν από κοινά ιδανικά και σκοπούς για μια «ειρηνική, ενωμένη και ευημερούσα Ευρώπη».

Η αναζήτηση του οράματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της ευρωπαϊκής ιδέας μέσα στο χρόνο θα πρέπει να αποτελέσουν πρόκληση, αλλά και σοβαρό προβληματισμό για τη σημερινή κρίση, αλλά και την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού στην ΕΕ.

Σταρρά  Ελένη – Στυλιανή,

Επικεφαλής του Κέντρου Ευρωπαϊκής

Πληροφόρησης Europe Direct – Ε.Β.Ε.Α.

———————————————————

Ακαδημίας 7, Αθήνα, 5ος όροφος

Τηλ.: 210 3615059, 210 3382481

Fax.: 210 3382315

E-mail: europedirect@acci.gr

Site:http://europedirect.acci.gr